.

Οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν τις δυνατότητές τους.

Είναι σαν μια πεταλούδα που πάντοτε ζούσε μέσα σε ένα κλειστό βάζο.

Όταν το βάζο ανοίξει η πεταλούδα παραμένει μέσα γιατί κανείς δεν της είπε ότι μπορεί να πετάξει.



Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

Ό αἰσθητὸς κόσμος εἶναι, κατὰ τὸν Πλάτωνα, καλλιτέχνημα, τὸ ὁποῖον ἔπλασεν ὁ θεῖος Δημιουργὸς κατὰ τὰς ἰδέας, κατὰ τὰ ἐν αὐτῷ θεία, αὐτοτελῆ καὶ αἰώνια νοήματα.

ΠΛΑΤΩΝ ΤΙΜΑΙΟΣ (Κοσμογονία)
Οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι ἀντηλαμβάνοντο τὴν φύσιν ὡς καλλιτεχνικὸν δημιούργημα.
Τὸ ἀρχαῖον Ἑλληνικὸν πνεῦμα, ἦτο κατὰ τὴν φύσιν, καὶ τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, κυριολεκτικῶς καλλιτεχνικόν.

Διά τήν παραγωγήν δὲ τοῦ καλλιτεχνήματος αὐτοῦ, ἐκτὸς τοῦ Δημιουργοῦ ἀναγκαίως συντρέχουσι δύο τινά, πρῶτον ἡ Ἰδέα καθ’ ἧς γίνεται τὸ ἔργον, καὶ δεύτερον ἡ Ὑλη, ἥτις δέχεται καὶ ἐμφανίζει τὴν Ἰδέαν αἰσθητῶς. Οὕτω καὶ ὅλος ὁ αἰσθητὸς κόσμος εἶναι, κατὰ τὸν Πλάτωνα, καλλιτέχνημα, τὸ ὁποῖον ἔπλασεν ὁ θεῖος Δημιουργὸς κατὰ τὰς ἰδέας, κατὰ τὰ ἐν αὐτῷ θεία, αὐτοτελῆ καὶ αἰώνια νοήματα.
Ἕκαστον ὄν ἐν τῇ φύσει εἶναι ἐμφάνισις καὶ πραγμάτωσις αἰσθητὴ μίας ἰδέας, ἑνὸς ὄντος νοητοῦ.
Καὶ ἡ μὲν ἰδέα εἶναι τὸ πραγματικὸν (ὄντως) ὄν, αἰώνιον (ἀεὶ ὄν), ἀμετάβλητον, ἀκίνητον, τὸ αὐτὸ πρὸς ἑαυτὸν (κατὰ τὰ αύτὰ ὄν) καὶ διὰ τῆς νοήσεως μόνης ἀντιληπτὸν (νοητόν).

Τὴν ἑτέραν ἀρχὴν τοῦ παντός, τὴν Ὑλην, ὁ Πλάτων ὑπολαμβάνει αΐδιον μέν, οὐχὶ ὅμως ἀκίνητον, ἀλλὰ ἄμορφον καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἀσχημάτιστον, δεχομένην δὲ πᾶσαν μορφήν, ἀπλοῦν χῶρον. Ἡ ἰδέα ἤ τὸ σύνολον τῶν ἰδεῶν, ὁ δημιουργὸς Νοῦς εἶναι ὡς ὁ Πατήρ, ἡ δὲ Ὕλη ὡς ἡ Μήτηρ, Τέκνον δ’ αὐτῶν εἶναι ὁ ὁρατὸς οὕτος κόσμος.
Τὰ φαινόμενα αὐτοῦ, τὰ αἰσθητὰ ὄντα, ῥέοντα καὶ μεταβαλλόμενα ἀπαύστως καὶ  ἀφανιζόμενα, δὲν ἔχουσιν ἀληθή ὕπαρξιν, δὲν εἶναι ὄντα, ἀλλὰ γινόμενα.
Ἡ αἰσθητὴ ὕπαρξις δὲν εἶναι ὅντως ὄν, ἀλλὰ τὸ διάμεσον μεταξὺ ὄντος καὶ μὴ ὄντος, τὸ ὁποῖον πάντοτε γίνεται καὶ  οὐδέποτε ἀληθῶς εἶναι, ἀλλὰ μεταβάλλεται, γίνεται ἄλλο, εἶναι ἕτερον. Ταῦτα δὲ εἶναι ἀντιληπτὰ μόνον ὑπὸ τῆς  αἰσθήσεως καὶ τῆς δόξης.
Ἡ γνῶσις αὐτῶν καὶ τῆς ὅλης φύσεως εἶναι λοιπὸν ἀναγκαίως ἀβεβαία, εἶναι γνῶσις κατ’ εἰκασίαν (εἰκότα λόγον) καὶ ἀναλογίαν, ἑνῶ ἡ ἐπιστήμη τῶν νοητῶν εἶναι βεβαία γνῶσις.

Ὁ Πλάτων κατεχόμενος ὑπὸ τῆς καλλιτεχνικῆς ἐπόψεως τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος, τοῦ ὁποίου εἶναι τελεία ἐνσάρκωσις, παραλαμβάνει ὅρους καὶ φράσεις ἐκ τῆς τέχνης πρὸς σαφεστέραν δήλωσιν τῶν νοημάτων αὐτοῦ, ὅμως δὲν πρέπει νὰ  δεχώμεθα παθητικῶς τὸ γράμμα, οὐδὲ τὰς ὑλικὰς εἰκόνας νὰ ἐκλαμβάνωμεν ὡς αὐτὸν τὸν νοῦν τοῦ φιλοσόφου.
Ὁ Δημιουργός του πχ. δὲν εἶναι τεράστιόν τι πρόσωπον διαπλάττων δεδομένα ὑλικὰ κατά τι πρότυπον, κατά τὰς ἰδέας. Τοιαῦται ὑλικαὶ παραστάσεις εἶναι ἀνάξιαι τοῦ ὄντος, ὅλως νοητοῦ καὶ νοεροῦ. Τὸ ἄϋλον πνεῦμα, ἵνα δημιουργήσῃ, ἵνα ἀποκαλυφθῆ ὡς πνεῦμα, μόνον ὑλικὸν ἔχει τὸν λόγον.

Ἡ δημιουργία εἶναι ἀναγκαῖα καὶ αἰώνιος, καθ’ ὅ,τι τὸ ὄν αἰωνίως καταλείπει τὴν ἐρημίαν καὶ ἀπειρίαν αὐτοῦ, δημιουργεῖ, προσλαμβάνει διορισμούς, πέρατα, καὶ ἐμφανίζεται ἐν τῇ φύσει, ἵνα πάλιν ἐπιστρέψῃ εἰς ἑαυτόν. Ἡ ἐπιστροφὴ αὐτή, τὸ Πνεῦμα, εἶναι βέβαια ὁ τέλειος τρόπος τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἰδέας.
Τό Ἑλληνικόν ὅμως πνεῦμα ὡς ὕψιστον τρόπον ὑπάρξεως τοῦ θείου συνέλαβε μόνον τὴν ἐμφάνισιν, αὐτοῦ διὰ τῆς ὕλης τελειουμένην ἐν τῇ καλλιτεχνίᾳ. Τοιοῦτου λοιπὸν πνεύματος κατ’ ἐξοχὴν ἐρμηνευτὴς εἶναι ὁ Πλάτων, καί ἐκ τούτου ἐξηγεῖται διατὶ καὶ οὖτος, καί ὁ Ἀριστοτέλης δὲν ἠδυνήθησαν νὰ διαλλάξωσιν ἐντελῶς τὰς δύο ἀρχάς, τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ὕλην.

Κατά τὰ εἰρημένα λοιπὸν ἔχομεν τὸ ὄν (θεός) καὶ τὸ γινόμενον. Τὸ ὄν εἶναι ἀκίνητον, ταυτὸν καὶ νοητόν.
Τὸ γινόμενον εἶναι μεταβλητόν, ἄλλο καὶ αἰσθητόν.
Ἀλλά ὅ,τι γίνεται, γίνεται ὑπὸ τινός· ἄρα ὁ κόσμος ἔχει αἰτίαν, διὸ ἐδημιουργήθη ὑπὸ τοῦ ὄντος. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Δημιουργὸς εἶναι ἀγαθός, διὰ τοῦτο «καὶ τὸν κόσμον ἔπλασεν ἀγαθόν, ἄριστον, κατὰ παράδειγμα αἰώνιον καί ἀναλλοίωτον».

Οὕτως ἡ δημιουργία εἶναι κυρίως διακόσμησις.
Τό πρότυπον, καθ’ ὅ ἐπλάσθῃ καὶ διεκοσμήθη τό πᾶν, ἦτο τὸ τέλειον νοητὸν ζῶον, περιλαμβάνον πάντα τὰ νοητὰ ζώα. Διό, ὅπως ὁ δημιουργὸς εἶναι εἵς καὶ τὸ παράδειγμα ἕν, οὕτως εἵς εἶναι καὶ  ὁ κόσμος πάντα περιλαμβάνων, ἕν μόνον ζῶον αἰσθητὸν λογικόν, περιλαμβάνον πᾶντα τὰ αἰσθητά ζῶα.

Ὁ κόσμος λαβῶν ὕπαρξιν εἶναι κατ’ ἀνάγκην ὁρατὸς καὶ αἰσθητὸς, διὸ συνέστη ἐκ πυρὸς καὶ ἐκ γῆς. Ἀλλὰ δύο τινὰ δὲν δύνανται νὰ ἑνῶνται εἰμῆ διὰ τρίτου, διὰ τινός μέσου ὅρου, καὶ ἵνα ἀποτελέσωσιν ἕν στερεόν, πρέπει νὰ ἑνῶνται διὰ δύο μέσων ὅρων. Μεταξὺ λοιπὸν τοῦ πυρὸς καὶ τῆς γῆς ἐτέθησαν ὁ ἀὴρ καὶ τὸ ὕδωρ.
Καὶ ὁ κόσμος συνέστη ἐκ τῶν τεσσάρων τούτων στοιχείων, διατεταγμένων κατὰ γεωμετρικὴν ἀναλογίαν• περιέλαβε δὲ αὐτὰ ὁλόκληρα, ὥστε οὐδὰν νὰ ὑπάρχῃ ἐκτὸς αὐτοῦ.

Ὁ κόσμος ἄρα ἔγινε τέλειος καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς νόσους, εἰς γῆρας καὶ εἰς θάνατον, διότι καὶ οὐδὲν ὑπάρχει ἐκτὸς αὐτοῦ, «ὅπερ θὰ ἡδύνατο νὰ ἐπιδράσῃ ὀλεθρίως ἐπ’ αὐτοῦ». Ἔλαβεν δε σφαιρικὸν σχῆμα, ὅπερ εἶναι τὸ τελειότατον καὶ τό κάλλιστον τῶν σχημάτων, καὶ οὕτω κινεῖται ὁμοιομόρφως, στρεφόμενος κυκλικῶς περὶ ἑαυτόν, εἰς τὸν αὐτὸν τόπον πάντοτε χωρὶς νὰ μεταβάλλῃ θέσιν.
Τᾶσος Γκολέμης
πηγή